«Δεν ξέρω τι να κάνω». Μπορεί να το έχουμε πει μπροστά σε μια μεγάλη απόφαση.
Σε μια σχέση.
Στη δουλειά.
Σε μια αλλαγή που σκεφτόμαστε εδώ και καιρό.
Και τότε αρχίζουμε να σκεφτόμαστε.
«Κι αν κάνω λάθος;»
«Κι αν το μετανιώσω;»
«Κι αν υπάρχει καλύτερη επιλογή;»
«Κι αν πληγώσω κάποιον;»
«Κι αν τελικά δεν είναι αυτό που θέλω;»
Και όσο περισσότερο σκεφτόμαστε, τόσο περισσότερο μπερδευόμαστε.
Μέχρι που κάποια στιγμή δεν αναρωτιόμαστε πια «τι θέλω;», αλλά:
«Ποια είναι η σωστή απόφαση;»
Και ίσως εκεί βρίσκεται ένα σημαντικό κομμάτι της δυσκολίας.
Όταν η σκέψη σταματά να μας βοηθά
Το να σκεφτόμαστε πριν αποφασίσουμε είναι χρήσιμο. Μας βοηθά να εξετάσουμε τις επιλογές μας, να υπολογίσουμε τις συνέπειες και να πάρουμε πιο συνειδητές αποφάσεις.
Υπάρχει όμως μια διαφορά ανάμεσα στο να επεξεργάζομαι μια απόφαση και στο να ανακυκλώνω την ίδια σκέψη ξανά και ξανά.
«Να το κάνω;»
«Ναι, αλλά…»
«Κι αν…;»
«Ναι, αλλά μήπως…;»
Κάπως έτσι, η σκέψη δεν μας οδηγεί σε μια απόφαση. Μας κρατάει μακριά από αυτήν.
Η επαναλαμβανόμενη αρνητική σκέψη, όπως η υπερβολική ανησυχία και η μη παραγωγική ανακύκλωση σκέψεων, έχει συνδεθεί με μεγαλύτερη συναισθηματική δυσφορία και δυσκολία στη διαχείριση των συναισθημάτων (Watkins, 2008).
Δεν είναι λοιπόν πάντα ότι δεν ξέρουμε τι θέλουμε.
Μπορεί να φοβόμαστε αυτό που θα συμβεί αν το επιλέξουμε.
«Θέλω να φύγω… αλλά αν το μετανιώσω;»
Ας πάρουμε ένα απλό παράδειγμα.
Ξέρεις ότι μια σχέση δεν σε καλύπτει πια.
Το έχεις σκεφτεί.
Το έχεις συζητήσει.
Έχεις νιώσει πολλές φορές ότι δεν είσαι καλά μέσα σε αυτή.
Κι όμως δυσκολεύεσαι να φύγεις.
Όχι απαραίτητα επειδή δεν ξέρεις τι θέλεις.
Αλλά επειδή η απόφαση συνοδεύεται από φόβο.
«Κι αν μείνω μόνος;»
«Κι αν κάνω λάθος;»
«Κι αν τα πράγματα μπορούσαν τελικά να αλλάξουν;»
Και τότε μπορεί να αρχίσουμε να αναζητούμε την απόλυτη βεβαιότητα πριν αποφασίσουμε.
Μόνο που η απόλυτη βεβαιότητα δεν έρχεται πάντα.
Η δυσκολία στη λήψη αποφάσεων μπορεί, μάλιστα, να συνδέεται με την αβεβαιότητα και την ανάγκη να έχουμε περισσότερη σιγουριά πριν προχωρήσουμε. Η δυσανεξία στην αβεβαιότητα έχει συσχετιστεί με αυξημένη ανησυχία και με την τάση να αντιμετωπίζουμε το άγνωστο ως κάτι που πρέπει οπωσδήποτε να ελέγξουμε (Carleton, 2016).
Και όσο περιμένουμε να νιώσουμε «σίγουροι», μπορεί να παραμένουμε για πολύ καιρό σε καταστάσεις που ήδη γνωρίζουμε ότι δεν μας κάνουν καλά.
Μήπως δεν φοβάσαι την απόφαση, αλλά το λάθος;
Για κάποιους ανθρώπους, το λάθος δεν είναι απλώς ένα λάθος.
Σημαίνει:
«Δεν τα κατάφερα».
«Έκανα λάθος επιλογή».
«Απέτυχα».
«Θα έπρεπε να το είχα προβλέψει».
Όταν έχουμε μάθει να αντιμετωπίζουμε τα λάθη ως απόδειξη ότι δεν είμαστε αρκετά καλοί, κάθε απόφαση αποκτά πολύ μεγαλύτερο βάρος.
Και τότε προσπαθούμε να βρούμε την τέλεια επιλογή.
Μόνο που η ζωή δεν λειτουργεί έτσι.
Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε εκ των προτέρων όλες τις συνέπειες μιας επιλογής.
Μπορούμε όμως να γνωρίζουμε περισσότερα για τον εαυτό μας, τις ανάγκες μας και τις αξίες μας.
Και ίσως αυτό να είναι πιο χρήσιμο από το να προσπαθούμε να προβλέψουμε τα πάντα.
«Κι αν απογοητεύσω τους άλλους;»
Υπάρχει όμως και ένας ακόμη λόγος που δυσκολευόμαστε να αποφασίσουμε.
Μερικές φορές δεν ακούμε μόνο τη δική μας φωνή.
Ακούμε και όλες τις υπόλοιπες.
«Τι θα πουν οι γονείς μου;»
«Τι θα σκεφτούν οι φίλοι μου;»
«Μήπως τον/την πληγώσω;»
«Μήπως φανώ εγωιστής;»
Όταν έχουμε μάθει να αξιολογούμε τις επιλογές μας κυρίως με βάση τις ανάγκες και τις προσδοκίες των άλλων, μπορεί να γίνει δύσκολο να αναγνωρίσουμε τι θέλουμε πραγματικά εμείς.
Και τότε μια απλή ερώτηση μπορεί να είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική:
«Αν ήξερα ότι κανείς δεν θα απογοητευόταν από την επιλογή μου, τι θα επέλεγα;»
Δεν σημαίνει ότι οι άλλοι δεν έχουν σημασία.
Σημαίνει ότι η δική μας ζωή χρειάζεται να έχει χώρο και για τη δική μας φωνή.
Δεν χρειάζεται να είσαι 100% σίγουρος
Ίσως αυτή να είναι μία από τις πιο δύσκολες αλλά και πιο απελευθερωτικές ιδέες:
Δεν χρειάζεται να είσαι απόλυτα σίγουρος για να αποφασίσεις.
Μπορεί να φοβάσαι και να προχωρήσεις.
Μπορεί να έχεις αμφιβολίες και να επιλέξεις.
Μπορεί να μην ξέρεις ακριβώς πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα και παρ’ όλα αυτά να κάνεις ένα βήμα.
Η ψυχολογική ευελιξία αφορά, μεταξύ άλλων, την ικανότητα να παραμένουμε σε επαφή με όσα έχουν σημασία για εμάς, ακόμη και όταν βιώνουμε δύσκολες σκέψεις και συναισθήματα (Hayes et al., 2006).
Άρα, ίσως το ζητούμενο δεν είναι:
«Πώς θα σταματήσω να φοβάμαι πριν αποφασίσω;»
Αλλά:
«Μπορώ να προχωρήσω ακόμη κι αν φοβάμαι;»
Μια διαφορετική ερώτηση
Την επόμενη φορά που θα βρεθείς μπροστά σε μια δύσκολη απόφαση, δοκίμασε να μην ρωτήσεις αμέσως: «Ποια είναι η σωστή επιλογή;»
Ρώτησε: «Ποια επιλογή είναι περισσότερο σύμφωνη με αυτό που έχει σημασία για εμένα;»
Και μετά: «Αν δεν μπορούσα να έχω καμία εγγύηση για το αποτέλεσμα, τι θα επέλεγα;»
Ίσως δεν πάρεις αμέσως την απάντηση.
Ίσως όμως αρχίσεις να ακούς λίγο πιο καθαρά τη δική σου φωνή μέσα στον θόρυβο της υπερανάλυσης.
Γιατί τελικά, η ζωή δεν μας ζητά να παίρνουμε πάντα τις τέλειες αποφάσεις.
Μας ζητά να μπορούμε να ζούμε με τις επιλογές μας, να μαθαίνουμε από αυτές και να συνεχίζουμε να επιλέγουμε.
Και ίσως η πραγματική ελευθερία να μην είναι το να ξέρουμε πάντα τι θα συμβεί.
Είναι να μπορούμε να κάνουμε ένα βήμα, ακόμη κι όταν δεν ξέρουμε.
Βιβλιογραφία
Carleton, R. N. (2016). Into the unknown: A review and synthesis of contemporary models involving uncertainty. Journal of Anxiety Disorders, 39(39), 30–43. https://doi.org/10.1016/j.janxdis.2016.02.007
Hayes, S. C., Luoma, J. B., Bond, F. W., Masuda, A., & Lillis, J. (2006). Acceptance and commitment therapy: Model, processes and outcomes. Behaviour Research and Therapy, 44(1), 1–25. https://doi.org/10.1016/j.brat.2005.06.006
Watkins, E. R. (2008). Constructive and unconstructive repetitive thought. Psychological Bulletin, 134(2), 163–206. https://doi.org/10.1037/0033-2909.134.2.163
