«Επιτέλους, διακοπές!»
Το περιμένουμε μήνες. Κλείνουμε υπολογιστή, βάζουμε βαλίτσα στο αυτοκίνητο, φεύγουμε από την πόλη και φανταζόμαστε τη στιγμή που θα μπορέσουμε επιτέλους να χαλαρώσουμε.
Και ύστερα φτάνουν οι διακοπές.
Και κάτι παράξενο συμβαίνει.
Είσαι στην παραλία, αλλά σκέφτεσαι τη δουλειά.
Έχεις άδεια, αλλά νιώθεις ενοχές που δεν κάνεις τίποτα.
Κοιμάσαι περισσότερο, αλλά συνεχίζεις να αισθάνεσαι κουρασμένος.
«Μα γιατί δεν μπορώ να χαλαρώσω;»
Ίσως γιατί η εξάντληση δεν λειτουργεί σαν διακόπτης.
Όταν το σώμα σταματά, αλλά το μυαλό συνεχίζει
Το burnout δεν είναι απλώς «είμαι λίγο κουρασμένος από τη δουλειά». Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, το burnout αποτελεί αποτέλεσμα χρόνιου εργασιακού στρες που δεν έχει αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά και χαρακτηρίζεται από εξάντληση, μεγαλύτερη ψυχική απόσταση ή αρνητισμό απέναντι στην εργασία και μειωμένη αίσθηση επαγγελματικής αποτελεσματικότητας (World Health Organization, 2019).
Και κάτι σημαντικό: η εξάντληση δεν σταματά αυτόματα επειδή σταμάτησε η εργασία.
Μπορεί να έχουμε κλείσει τον υπολογιστή, αλλά να συνεχίζουμε να σκεφτόμαστε τη δουλειά.
«Μήπως ξέχασα να απαντήσω σε εκείνο το email;»
«Τι θα γίνει όταν επιστρέψω;»
«Πρέπει να έχω τελειώσει εκείνο το project…»
Κάπως έτσι, οι διακοπές μπορεί να ξεκινούν, αλλά η δουλειά να συνεχίζει να μας ακολουθεί.
Για να ξεκουραστούμε πραγματικά, δεν αρκεί μόνο να απομακρυνθούμε σωματικά από τη δουλειά. Χρειάζεται, όσο είναι δυνατό, να μπορέσουμε να την αφήσουμε και λίγο έξω από το μυαλό μας. Η έρευνα δείχνει ότι η ψυχολογική αποσύνδεση από την εργασία, δηλαδή η δυνατότητα να μην συνεχίζουμε να σκεφτόμαστε τη δουλειά στον ελεύθερο χρόνο μας, αποτελεί σημαντικό μέρος της διαδικασίας αποκατάστασης από την εργασιακή πίεση (Sonnentag & Fritz, 2015).
Με άλλα λόγια: μπορεί το σώμα να βρίσκεται στην παραλία, αλλά το μυαλό να βρίσκεται ακόμη στο γραφείο.
Ποιοι δυσκολεύονται περισσότερο να ξεκουραστούν;
Δεν υπάρχει ένας συγκεκριμένος «τύπος ανθρώπου» που είναι καταδικασμένος να πάθει burnout.
Ωστόσο, η παρατεταμένη έκθεση σε υψηλές εργασιακές απαιτήσεις, μεγάλος φόρτος εργασίας και περιορισμένες δυνατότητες ελέγχου ή υποστήριξης συνδέονται με μεγαλύτερη εργασιακή εξουθένωση (Armon et al., 2010).
Υπάρχουν όμως και άνθρωποι που δυσκολεύονται να σταματήσουν ακόμη κι όταν τους δίνεται η δυνατότητα.
Είναι εκείνοι που λένε:
«Ας τελειώσω πρώτα αυτό».
«Θα ξεκουραστώ όταν τακτοποιηθούν όλα».
«Δεν μπορώ να αφήσω κάτι στη μέση».
«Νιώθω άσχημα όταν δεν είμαι παραγωγικός».
Και κάπως έτσι, ακόμη και οι διακοπές μπορούν να μετατραπούν σε ένα ακόμη project.
Να προλάβουμε να κάνουμε όλα τα μπάνια.
Να δούμε όλα τα μέρη.
Να βγούμε με όλους.
Να ανεβάσουμε τις σωστές φωτογραφίες.
Μέχρι και η ξεκούραση γίνεται κάτι που πρέπει να κάνουμε… σωστά.
Κι αν οι διακοπές δεν χρειάζεται να είναι «τέλειες»;
Μπορεί μια μέρα να μη θέλεις να πας πουθενά.
Να θέλεις απλώς να μείνεις στο δωμάτιο.
Να διαβάσεις.
Να κοιμηθείς.
Να κοιτάς τη θάλασσα χωρίς να κάνεις τίποτα.
Και αυτό δεν σημαίνει ότι «χαραμίζεις» τις διακοπές σου.
Ίσως σημαίνει ότι για πρώτη φορά μετά από καιρό δίνεις στον εαυτό σου άδεια να μην είναι παραγωγικός.
Οι διακοπές μπορούν πράγματι να προσφέρουν προσωρινή ανακούφιση από την επαγγελματική εξουθένωση. Ωστόσο, το όφελος αυτό μπορεί σταδιακά να μειωθεί μετά την επιστροφή στην εργασία, ιδιαίτερα όταν επιστρέφουμε στις ίδιες συνθήκες που μας εξουθένωσαν (Westman & Eden, 1997).
Γι’ αυτό ίσως το σημαντικότερο ερώτημα δεν είναι: «Πόσο καλά θα περάσω στις διακοπές;»
Αλλά: «Τι χρειάζεται να αλλάξει στην καθημερινότητά μου ώστε να μη χρειάζομαι κάθε χρόνο να φτάνω στα όριά μου για να ξεκουραστώ;»
Μήπως η ξεκούραση δεν χρειάζεται να είναι άλλη μία υποχρέωση;
Ίσως έχουμε συνηθίσει να αντιμετωπίζουμε ακόμη και τον ελεύθερο χρόνο σαν κάτι που πρέπει να «αξιοποιήσουμε».
Να κάνουμε κάτι χρήσιμο.
Να είμαστε δραστήριοι.
Να προλάβουμε.
Να μην «χαθεί» η μέρα.
Όμως η ξεκούραση δεν χρειάζεται να είναι παραγωγική για να είναι σημαντική.
Μπορεί να είναι μια αργή βόλτα.
Ένας μεσημεριανός ύπνος.
Ένα μπάνιο χωρίς να κοιτάμε την ώρα.
Ένας καφές χωρίς κινητό.
Ή ακόμη και… απολύτως τίποτα.
Και ίσως αυτό το «τίποτα» να είναι περισσότερο απαραίτητο απ’ όσο έχουμε μάθει να πιστεύουμε.
Το καλοκαίρι δεν χρειάζεται να μας «διορθώσει»
Ίσως τελικά δεν χρειάζεται να επιστρέψουμε από τις διακοπές ως μια ολοκαίνουργια, πιο παραγωγική και απολύτως ανανεωμένη εκδοχή του εαυτού μας.
Δεν χρειάζεται να έχουμε κάνει όλα όσα σχεδιάσαμε.
Δεν χρειάζεται να έχουμε «γεμίσει τις μπαταρίες» μας για να αποδείξουμε ότι οι διακοπές πέτυχαν.
Μπορεί απλώς να επιστρέψουμε λίγο πιο κοντά στον εαυτό μας.
Με περισσότερο ύπνο.
Με λιγότερη βιασύνη.
Με περισσότερη επίγνωση του τι χρειαζόμαστε.
Και ίσως με μια μικρή αλλά σημαντική υπενθύμιση:
Η ξεκούραση δεν είναι ανταμοιβή επειδή τα κατάφερες. Είναι μέρος της φροντίδας του εαυτού σου.
Και αν αυτές οι διακοπές σου δώσουν κάτι παραπάνω, ας είναι ίσως η ευκαιρία να αναρωτηθείς:
«Πώς θα ήθελα να είναι η καθημερινότητά μου όταν τελειώσουν οι διακοπές;»
Γιατί το ζητούμενο δεν είναι απλώς να αντέξουμε μέχρι το επόμενο καλοκαίρι.
Είναι να δημιουργήσουμε μια καθημερινότητα στην οποία η ξεκούραση δεν θα χρειάζεται να περιμένει τις διακοπές για να χωρέσει.
Βιβλιογραφία
Armon, G., Melamed, S., Shirom, A., & Shapira, I. (2010). Elevated burnout predicts the onset of musculoskeletal pain among apparently healthy employees. Journal of Occupational Health Psychology, 15(4), 399–408. https://doi.org/10.1037/a0020726
Sonnentag, S., & Fritz, C. (2015). Recovery from Job stress: the stressor-detachment Model as an Integrative Framework. Journal of Organizational Behavior, 36(S1), S72–S103. https://doi.org/10.1002/job.1924
Westman, M., & Eden, D. (1997). Effects of a respite from work on burnout: Vacation relief and fade-out. Journal of Applied Psychology, 82(4), 516–527. https://doi.org/10.1037/0021-9010.82.4.516
World Health Organization, W. (2019). Burn-out an “occupational phenomenon”: International Classification of Diseases.
