Οι διαφωνίες είναι αναπόφευκτες στις ανθρώπινες σχέσεις. Όσο κοντά κι αν είμαστε με έναν άνθρωπο, δεν θα βλέπουμε πάντα τα πράγματα με τον ίδιο τρόπο, δεν θα έχουμε πάντα τις ίδιες ανάγκες και δεν θα αντιδρούμε πάντα με τον ίδιο τρόπο.
Κι όμως, όταν μια διαφωνία αρχίζει να γίνεται πιο έντονη, μπορεί να γεννηθεί ο φόβος ότι η συζήτηση θα ξεφύγει από τον έλεγχό μας. Ότι μέσα στην ένταση θα πούμε λόγια που αργότερα θα μετανιώσουμε. Ότι θα πληγώσουμε τον άλλον ή ότι θα πληγωθούμε κι εμείς. Και κάπου εκεί μπορεί να εμφανιστεί η σκέψη: «Κι αν αυτή η διαφωνία μας απομακρύνει;»
«Δεν θέλω να τσακωθούμε».
Μπορεί να το έχουμε σκεφτεί πριν ανοίξουμε μια δύσκολη συζήτηση με τον σύντροφό μας, έναν φίλο, έναν γονιό ή ακόμη και έναν άνθρωπο που αγαπάμε πολύ.
Κι έτσι, πολλές φορές, αποφεύγουμε να συζητήσουμε. Δεν λέμε αυτό που μας ενόχλησε. Κάνουμε πως δεν πειράζει. Κρατάμε μέσα μας αυτό που νιώθουμε.
Μόνο που αυτό που μας ενόχλησε δεν εξαφανίζεται επειδή δεν το είπαμε.
Μπορεί να μείνει μέσα μας, να επιστρέφει ξανά και ξανά στη σκέψη μας και, με τον χρόνο, να συσσωρεύεται. Μέχρι που μια μικρή αφορμή μπορεί να γίνει η αφορμή για να εκφραστούν όλα όσα είχαν μείνει ανείπωτα.
Κι αν η αποφυγή της σύγκρουσης δημιουργεί τελικά περισσότερη απόσταση;
Υπάρχουν φορές που ο ένας άνθρωπος προσπαθεί να επικοινωνήσει. Θέλει να μιλήσει για κάτι που τον έχει πληγώσει, να εξηγήσει τι αισθάνεται, να καταλάβει τι συνέβη και να βρει έναν τρόπο να προχωρήσουν μαζί.
Και την ίδια στιγμή, ο άλλος μπορεί να αποσύρεται. Μπορεί να κλείνεται, να αποφεύγει τη συζήτηση ή να λέει «δεν θέλω να το συζητήσω τώρα».
Υπάρχει, όμως, μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στο:
«Χρειάζομαι λίγο χρόνο για να ηρεμήσω και θα επιστρέψω στη συζήτησή μας»
και στο:
«Δεν θέλω να σου μιλήσω. Κάνε ό,τι θέλεις».
Στην πρώτη περίπτωση, η παύση μπορεί να λειτουργήσει ως ένας τρόπος να ρυθμίσουμε το συναίσθημά μας πριν επιστρέψουμε στη συζήτηση. Η συναισθηματική ρύθμιση δεν σημαίνει ότι αγνοούμε ή καταπιέζουμε αυτό που νιώθουμε, αλλά ότι προσπαθούμε να διαχειριστούμε το συναίσθημα με τρόπο που να μας επιτρέπει να επιλέξουμε πώς θα αντιδράσουμε (Gross, 2015).
Όταν, όμως, η επικοινωνία αποφεύγεται ξανά και ξανά, αυτό που μένει ανείπωτο μπορεί σταδιακά να δημιουργήσει απόσταση. Οι σκέψεις και τα συναισθήματα συσσωρεύονται, οι παρεξηγήσεις μεγαλώνουν και η αίσθηση ότι δεν υπάρχει χώρος για ουσιαστική επικοινωνία μπορεί, με τον χρόνο, να απομακρύνει τους ανθρώπους όλο και περισσότερο. Η ανάγκη για λίγο χρόνο είναι διαφορετική από την αποφυγή. Το «τώρα χρειάζομαι λίγο χρόνο, αλλά θέλω να το συζητήσουμε» δείχνει ότι η παύση έχει σκοπό την επιστροφή στην επικοινωνία. Όταν, αντίθετα, αυτή η επιστροφή δεν γίνεται ποτέ, η απόσταση μπορεί τελικά να γίνει μονόδρομος.
Η σύγκρουση μπορεί να μας δείξει κάτι που δεν βλέπαμε
Κάποιες από τις πιο σημαντικές συζητήσεις ξεκινούν από μια σύγκρουση.
«Δεν νιώθω ότι με ακούς».
«Νιώθω ότι δεν με υπολογίζεις».
«Χρειάζομαι περισσότερο χρόνο μαζί σου».
«Χρειάζομαι περισσότερο χώρο».
Πίσω από έναν καβγά μπορεί να υπάρχει μια ανάγκη που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε εκφραστεί καθαρά.
Και τότε η σύγκρουση μπορεί να γίνει μια ευκαιρία.
Όχι επειδή ο καβγάς είναι καλός από μόνος του, αλλά επειδή αυτό που αποκαλύπτει μπορεί να μας βοηθήσει να γνωρίσουμε καλύτερα ο ένας τον άλλον.
Η έρευνα για την επικοινωνία κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων δείχνει ότι ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζουμε ένα πρόβλημα έχει σημασία, αλλά δεν υπάρχει ένας μοναδικός τρόπος επικοινωνίας που να λειτουργεί σε κάθε περίπτωση. Η αποτελεσματικότητα εξαρτάται και από το είδος του προβλήματος, τη δυναμική μεταξύ των ανθρώπων και το κατά πόσο υπάρχει διάθεση ανταπόκρισης και αλλαγής (Overall & McNulty, 2017).
Ίσως, λοιπόν, μετά από μια δύσκολη συζήτηση να μην έχει σημασία μόνο το αν «λύθηκε το πρόβλημα».
Αλλά αν μάθαμε κάτι καινούργιο.
Για τον άνθρωπο απέναντί μας.
Για τη σύνδεσή μας.
Και ίσως… για τον εαυτό μας.
Δεν χρειάζεται να κερδίσει κάποιος
Σε μια σύγκρουση είναι εύκολο η συζήτηση να μετατραπεί σε διαγωνισμό.
Ποιος έχει δίκιο;
Ποιος ξεκίνησε;
Ποιος έκανε το μεγαλύτερο λάθος;
Ποιος πρέπει να ζητήσει πρώτος συγγνώμη;
Όμως στις στενές σχέσεις δεν είναι πάντα απαραίτητο να υπάρχει ένας νικητής.
Μπορεί να υπάρχει κάτι πολύ πιο σημαντικό:
να καταλάβουμε τι συνέβη μεταξύ μας.
Μπορεί να έχω δίκιο για αυτό που ένιωσα.
Και εσύ να έχεις δίκιο για αυτό που ένιωσες.
Μπορεί να είχα διαφορετική πρόθεση από αυτή που τελικά βίωσες. Και μπορεί ταυτόχρονα να χρειάζεται να αναγνωρίσω τον αντίκτυπο που είχε η συμπεριφορά μου πάνω σου.
Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να συμφωνούμε σε όλα.
Σημαίνει ότι μπορούμε να διαφωνούμε χωρίς να ακυρώνουμε ο ένας τον άλλον.
Ίσως η ερώτηση δεν είναι «πώς θα σταματήσουμε να τσακωνόμαστε;»
Ίσως η πιο χρήσιμη ερώτηση είναι:
«Πώς θέλουμε να φερόμαστε ο ένας στον άλλον όταν διαφωνούμε;»
Να μπορούμε να πούμε τι μας πείραξε χωρίς επίθεση. Να ακούμε χωρίς να ετοιμάζουμε αμέσως την απάντησή μας. Να κάνουμε μια παύση όταν χρειάζεται, αλλά να μπορούμε να επιστρέψουμε στη συζήτηση. Να ζητάμε συγγνώμη όταν έχουμε ξεπεράσει ένα όριο. Να αναγνωρίζουμε όχι μόνο την πρόθεσή μας, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο αυτό που κάναμε μπορεί να βιώθηκε από τον άλλον.
Να μπορούμε να πούμε:
«Σε άκουσα. Μπορεί να μην το βλέπω ακριβώς όπως εσύ, αλλά καταλαβαίνω ότι σε πλήγωσε».
Η δυνατότητα να επανέλθουμε στη σύνδεση μετά από μια δύσκολη στιγμή έχει ιδιαίτερη σημασία. Η έρευνα για την «επανόρθωση» κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης δείχνει ότι προσπάθειες όπως η έκφραση κατανόησης, η ανάληψη ευθύνης για το δικό μας μέρος, η ενσυναίσθηση και η προσπάθεια αποκατάστασης της συναισθηματικής επαφής μπορούν να βοηθήσουν στη μείωση της αρνητικής έντασης και στην επιστροφή σε μια πιο συνεργατική αλληλεπίδραση (Gottman et al., 2015).
Γιατί μια υγιής σύνδεση δεν είναι απαραίτητα μια σύνδεση χωρίς συγκρούσεις.
Είναι μια σύνδεση στην οποία υπάρχει χώρος για διαφωνία, συναίσθημα, όρια, επικοινωνία και επανασύνδεση.
Και ίσως τελικά αυτό να είναι ένα από τα πιο σημαντικά πράγματα που μπορούμε να μάθουμε μέσα από μια δύσκολη διαφωνία: ότι η εγγύτητα δεν σημαίνει πως δύο άνθρωποι δεν θα πληγωθούν ποτέ, δεν θα θυμώσουν ή δεν θα απομακρυνθούν για λίγο. Σημαίνει ότι, όταν υπάρχει αμοιβαίος σεβασμός και διάθεση επικοινωνίας, μπορούν να προσπαθήσουν να ξαναβρούν ο ένας τον άλλον.
Ίσως, λοιπόν, το ζητούμενο δεν είναι να μάθουμε να μη διαφωνούμε.
Είναι να μάθουμε να διαφωνούμε χωρίς να χάνουμε τη σύνδεσή μας.
Γιατί μια σύνδεση δεν κρίνεται μόνο από το αν θα υπάρξουν δύσκολες στιγμές. Κρίνεται και από το τι κάνουμε μετά από αυτές. Από το αν μπορούμε να επιστρέψουμε, να ακούσουμε, να αναγνωρίσουμε, να διορθώσουμε και να δημιουργήσουμε ξανά χώρο ο ένας για τον άλλον.
Βιβλιογραφία
Gottman, J. M., Driver, J., & Tabares, A. (2015). Repair During Marital Conflict in Newlyweds: How Couples Move from Attack–Defend to Collaboration. Journal of Family Psychotherapy, 26(2), 85–108. https://doi.org/10.1080/08975353.2015.1038962
Gross, J. J. (2015). Emotion regulation: Current status and future prospects. Psychological Inquiry, 26(1), 1–26. https://doi.org/10.1080/1047840X.2014.940781
Overall, N. C., & McNulty, J. K. (2017). What type of communication during conflict is beneficial for intimate relationships? Current Opinion in Psychology, 13(1). https://doi.org/10.1016/j.copsyc.2016.03.002
